Λύρες

Η κρητική λύρα είναι τρίχορδο, τοξωτό, απιδόσχημο μουσικό όργανο, που κατέχει κεντρική θέση στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και άλλων νησιών του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Θεωρείται η πλέον δημοφιλής παραλλαγή της βυζαντινής λύρας που χρησιμοποιείται σήμερα.

Υπάρχουν τρία κύρια είδη Κρητικής λύρας:

  1. το λυράκι, ένα μικρό μοντέλο λύρας, σχεδόν όμοιο με τη Βυζαντινή λύρα, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για συνοδεία στους Κρητικούς χορούς.
  2. η βροντόλυρα, που δίνει πολύ ισχυρό ήχο, ιδανική για μουσική υπόκρουση.
  3. η κοινή λύρα, δημοφιλής στο νησί σήμερα. Προέκυψε από συνδυασμό του βιολιού με το λυράκι.

Η επιρροή του βιολιού προκάλεσε την αναμόρφωση πολλών χαρακτηριστικών της παλιάς μορφής της Κρητικής λύρας (λυράκι) στη σύγχρονη λύρα, όπως ο χρονισμός, η πρακτική απόδοση και το ρεπερτόριο των έργων. Το 1920 δημιουργήθηκε η βιολολύρα, σε μια προσπάθεια των εντοπίων κατασκευαστών οργάνων να προσδώσουν τον ήχο και τις τεχνικές δυνατότητες του βιολιού στο παλαιό βυζαντινό λυράκι. Είκοσι χρόνια αργότερα, ένας νέος συνδυασμός του βιολιού με το λυράκι είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της κοινής λύρας. Άλλα είδη περιλαμβάνουν την τετράχορδη λύρα.

Το 1990, ο ιρλανδικής καταγωγής Ρος Ντέιλι σχεδίασε ένα νέο είδος κρητικής λύρας που ενσωματώνει στοιχεία από το λυράκι, τη Βυζαντινή λύρα και το Ινδικό sārangī. Το αποτέλεσμα ήταν μια λύρα με τρεις χορδές εκτέλεσης, των 29 εκατοστών σε μήκος (όπως και της κανονικής Κρητικής λύρας), και 18 βοηθητικές χορδές που συνηχούν σε ινδικής κοπής γέφυρες Jawari (ο αριθμός βοηθητικών χορδών αργότερα αυξήθηκε στις 22).

3ΧΟΡΔΕΣ ΛΥΡΕΣ

4ΧΟΡΔΕΣ ΛΥΡΕΣ

Κατασκευή λύρας